Ιστορίες

Αποσπάσματα απ’ το τέλος του κόσμου.

Είχα περάσει πραγματικά κακό προηγούμενο βράδυ, αν σκεφτείς πως μέχρι τις έξι το πρωί κερνούσα Χέντρικς  το γκομενάκι που καθόταν δίπλα μου στο μπαρ και στο τέλος έφυγε με τον Μπάρμαν.  Εγώ την πέρασα  έξι ώρες με δύο μπύρες, ξηρούς καρπούς και μπόλικο νερό, αλλά είχα ακόμη πονοκέφαλο. Κυρίως επειδή η τύπισσα μουρμούριζε όλη την ώρα στο μάγουλο μου για τον δικό της. Ειδικά μετά το δεύτερο ποτό είχε χώσει το στόμα της στο αυτί μου και δεν έλεγε με τίποτα να βάλει την γλώσσα της μέσα του. Πάντως ήμουν σίγουρος πως στο τέλος θα γαμηθεί, απλά δεν είχα υπολογίσει  πως δεν θα γίνονταν μαζί μου.  Επειδή το έπαιζα κονιόρδος ολόκληρη την  νύχτα, η μικρή σκρόφα που είχε το ταμείο της στο πόστο μου δεν χάρισε ούτε σέντς και πάλι καλά που η βενζίνη με ‘βγαλε ως το σπίτι.  Δέσποινα την λέγανε ή  Βανέσα.  Την γκόμενα που ρούφαγε τα Χέντρικς. Και την άλλη Βανέσα. Ή Δέσποινα.

Κατά τις μία το μεσημέρι ένα τρομερό σούσουρο είχε αρχίσει να μαζεύεται στους δρόμους. Γύρισα από την άλλη και ξανακοιμήθηκα και περίπου τρείς ώρες αργότερα  σηκώθηκα από το κρεβάτι κι άνοιξα το παράθυρο να δω τι έτρεχε:  Κόσμος γύρναγε πανικόβλητος στα στενά και από τον ουρανό μαύρα φυλλαράκια έπεφταν και γέμιζαν τα ρείθρα στάχτη. Είχε ηλιόλουστη μέρα. Έτσι άναψα ένα τσιγάρο να χαρώ τον σαματά. Συχνά πίστευα πως η ανθρωπότητα ήταν κατασκευασμένη με κάποιου είδους εργοστασιακό λάθος.  Γι αυτό είχα αποφασίσει να μην προβληματίζομαι με ψήλου πήδημα. Μαλακιές συμβαίνουν όλη την ώρα.

Αφού απόλαυσα λίγο τον ντορό, πέταξα με προσοχή  μην με δει κανείς την γόπα μου στο ρείθρο. Ύστερα αποτραβήχτηκα  απ’ το κάσωμα και πέταξα και την σακούλα με τα σκουπίδια και κατέβηκα να βρω τσιγάρα.  Κάπου στα μισά ένας παλιός μου φίλος έπεσε με τα μούτρα στο πεζοδρόμιο μπροστά μου και μάλλον έσπασε ένα δόντι γιατί άκουσα το κράκ. Στο λύκειο είχε καλύτερους βαθμούς από εμένα, αλλά πλέον είχε φαλάκρα και άσπρες τρίχες. Τον έπιασα απ’ τον ώμο και τον σήκωσα όρθιο. Τα χείλη του ήταν πλημυρισμένα με αίμα που έρρεε στο φούτερ του και όπως άνοιξε το στόμα του να ανασάνει είδα πως ο μπροστινός κοπτήρας του είχε κοπεί διαγώνια από τη ρίζα. «Να πάρει ο διάολος», του είπα βοηθώντας τον να ξεσκονίσει λίγο το παντελόνι  του,  «αυτό είναι φρικτό. Νομίζω πως έσπασες ένα δόντι».  Έκανε  μια κίνηση με την παλάμη του προς το μέρος μου σαν να προσπαθούσε να μου ρίξει κάποιο ξόρκι και συνέχισε τον δρόμο του τρέχοντας. «Μαλάκας μια ζωή»,  φώναξε καθώς απομακρύνονταν, «Κοίτα γύρω σου ηλίθιε, καταστρεφόμαστε».

Δεν ήξερα σε ποιον ακριβώς απευθύνονταν, πάντως τώρα που το έλεγε σε ένα σημείο του ουρανού πράγματι υπήρχε συγκεντρωμένο έντονο φως. Έμοιαζε με μια φλεγόμενη σφαίρα που είχε ήδη πλησιάσει παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε την ατμόσφαιρα και γύρω-γύρω είχε μια μαύρη κηλίδα και πιο γύρω έναν κόκκινο δίσκο που στις άκρες του πάλλονταν σαν φωτιά. Αν αυτό ήτανε το τέλος του κόσμου, τότε σίγουρα θα έπρεπε να βρω τσιγάρα γρήγορα.

Όταν κατάφερα να φτάσω στο περίπτερο, κατάλαβα πως κανείς δεν ήταν μέσα. Άνθρωποι έτρεχαν γρήγορα στους δρόμους κρατώντας είτε τα παιδιά τους είτε μπαγκάζια με ρούχα. Ένας έτρεχε με τους αφρούς ξυρίσματος κολλημένους στο πρόσωπο και ένας άλλος βαστούσε μια χτένα. Μπήκα στο περίπτερο και άρπαξα ένα κάμελ μαλακό. Έβγαλα ένα τσιγάρο και το άναψα. Πήρα άλλο ένα πακέτο και το έβαλα στην κωλότσεπη. Και μετά τρία-τέσερα ακόμη και τα έχωσα στις κάλτσες για σιγουριά. Καθώς κάπνιζα, ένας μάγκας με σόρτς κι αμάνικο μπλουζάκι άρπαξε μια εφημερίδα και έκανε να φύγει. «Ε!», του φώναξα, «Για που το ‘βαλες εσύ;». «Συγνώμη, τι χρωστάω;», «5 ευρώ!». «5 ΕΥΡΩ; μα αυτό είναι απάτη!». «Έλα, για τελείωνε φιλαράκο». Πήρα τα λεφτά και πήγα παραδίπλα να καθίσω, αφήνοντας το περίπτερο να λεηλατηθεί απο κάτι εκνευρισμένους πιτσιρικάδες.

Δεν ξέρω που πήγαινε όλος αυτός ο κόσμος, πάντως αν έκρινα απ’ τον ορίζοντα δεν πρόκειται να έβρισκαν κάπου σωτηρία. Εξάλλου είναι ανόητο να προσπαθείς να αποφύγεις το τέλος. Στο τέλος θα σε βρει όπου κι αν κρύβεσαι. Αφού είναι το τέλος. Εγώ, το μοναδικό πράγμα που ήθελα να κάνω πριν πεθάνω, ήταν να γαμήσω την Μαρία.  Η Μαρία ήταν μια παλιά μου συμμαθήτρια που κάποτε είχε πυρόξανθα μαλλιά και εμβληματικό κώλο. Πριν είκοσι χρόνια το έπαιζε σε όλους ντίβα και παρέλαυνε με κάτι κατάντηδες πότε εδώ και πότε εκεί. Όμως όταν πάτησε τα σαράντα το δέρμα κάτω από την γνάθο της  άρχισε να μαζεύει, να κάνει κυτταρίτιδα και τα πυρόξανθα μαλλιά της να χρειάζονται βάψιμο όλο και πιο συχνά. Έτσι παράτησε την χίπικη ζωή και τώρα έψαχνε ένα καλό παιδί να φορτωθεί. «Γιατί δεν με αγαπάς ρε Μαράκι;», της έλεγα στο γυμνάσιο, κι αυτή γύρναγε το βλέμμα της άλλου και με τις χρυσαφένιες τις αφέλειες να κυματίζουν στον άνεμο της εφηβίας έστρεφε το κορμί της και καβαλούσε κάποιο μηχανάκι. Κανονικά, θα έπρεπε να της έχω ρίξει φόλα από χρόνια, όμως οι έρωτες είναι έρωτες και όλοι οι άνθρωποι  έχουν την ανάγκη να εξιδανικεύουν τον άνθρωπο που αγαπούν.  Έτσι σηκώθηκα αργά-αργά και ξεκίνησα να τραβάω για το σπίτι της.

Την πέτυχα εμπρός από την πόρτα της πυλωτής. Με ένα γαλάζιο κολάν κι ένα στενό λευκό μπλουζάκι που έκανε το κρέας από το στήθος της να ξεπηδάει απ’ το πλάι! Πάντοτε είχε πλούσιο στήθος το Μαράκι. Αχ! Τι βυζάρες Θεέ μου.  Στα χέρια της κρατούσε ένα ασύρματο τηλέφωνο και μια φωτογραφία του πατέρα της. Τα μάτια της ήτανε πλημυρισμένα με δάκρια και το μακιγιάζ της είχε ξεθωριάσει από το κλάμα. Μόλις με είδε έτρεξε και με αγκάλιασε δένοντας τα χέρια της κόμπο πίσω από την πλάτη μου. Ένιωσα το μπούστο της να πιέζει το στομάχι μου με σθένος. «Τι θα κάνουμε! Τι;», ψέλλισε με αναφιλητά μέσα στην αγκαλιά μου. Την έκανα λίγο πίσω, «Μην στεναχωριέσαι», της έκανα, «Ξέρω ένα μέρος…». «Που;», «Περίμενε λίγο, πρώτα έχω κάτι να σου πω…», «Τι;», «Θέλεις να με παντρευτείς…;», «Αχ ναι, θέλω», είπε και ξέσπασε ξανά στην αγκαλιά μου, «πόσο θέλω… να ‘ξερες πόσο θέλω!». «Ωραία», της είπα τότε εγώ, και την έσπρωξα πίσω ξανά, «Πάμε επάνω». «Επάνω; Τι… τι να κάνουμε επάνω;», «Να κάνουμε έρωτα!», «Τί είναι αυτά που λες; Πρέπει να φύγουμε γρήγορα από εδώ! Αν δεν φύγουμε αμέσως θα πεθάνουμε». Την τράβηξα από την μασχάλη προς την πόρτα, «Έλα, έλα μωρό μου, πάμε λιγάκι επάνω τώρα…». Μου έχωσε μια ξώφαλτση γροθιά στο στήθος, «άσε με», φώναξε, «ΑΣΕ ΜΕ», «Όχι μωρό μου, πρέπει να κάνουμε έρωτα πριν καταστραφεί ο κόσμος», και την γράπωσα από το μπράτσο, όχι και τόσο ελαφρά. Τότε μου έδωσε μια μπουνιά που με πέτυχε στο πηγούνι. «ΒΟΗΘΕΙΑ», φώναξε, «ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΕ ΒΙΑΖΟΥΝ», «’Ελα λουκουμάκι μου, πως μπορώ να σε βιάζω εγώ; Εγώ είμαι ο άντρας σου!». «ΕΝΑΣ ΜΑΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΜΙΣΟΣ ΕΙΣΑΙ. ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΝΑΣ ΜΑΛΑΚΑΣ ΗΣΟΥΝ. ΑΦΗΣΕ ΜΕ! ΒΟΗΘΕΙΑ».

Κατέβασα τα χέρια μου και την άφησα να τρέξει μακριά. Την κοίταζα να απομακρύνεται. Ξεχώριζα τις λεπτές ανταύγειες τις να αναπηδούν ταραγμένες μέσα στο πλήθος. Μετά από δύο λεπτά χάθηκαν κι εκείνες.  Ύστερα χάζεψα τριγύρω. Η πόρτα της εισόδου ήταν ανοικτή κι έτσι ανέβηκα επάνω.

Το δωμάτιο της είχε ακόμη το ίδιο ροζ χρώμα. Το θυμόμουν απ’ όταν προσπαθούσα να παρακολουθώ τις κινήσεις της μέσα στο σπίτι με ένα τηλεσκόπιο στο λύκειο. Είχε πολλά μικρά καδραρισμένα παζλ από διάσημους πίνακες ζωγραφικής. Πικάσο, Βαν Κογκ,  Μονέ, Ρέμπραντ, Πόλοκ και μια αφίσα του Ρίκι Μάρτιν. Στο πάτωμα γύρω από το κρεβάτι της υπήρχαν δεκάδες γυάλινα κηροπήγια με πολύχρωμα πετραδάκια, μια κάμαρη με φούξια κουνουπιέρα και επάνω στο πάπλωμα είχε αφήσει το κινητό της. Ξάπλωσα εκεί και άναψα ένα τσιγάρο.

Έψαξα λίγο στα εισερχόμενα μηνύματα αλλά δεν βρήκα παρά ανούσια πράγματα. Μια φίλη που της μιλούσε για το βράδυ, μια άλλη που της μιλούσε για το προηγούμενο βράδυ, μία ειδοποίηση προσφοράς από εταιρία κινητής τηλεφωνίας: Ήταν φανερό πως το μεγαλύτερο σώμα είχε αφαιρεθεί πρόσφατα.  Πήγα στα βίντεο. Εκεί υπήρχαν διάφοροι φάκελοι. Ένας έλεγε “διακοπές”, κάποιος άλλος “στιγμές”, και υπήρχε κι ένας με τίτλο “Me and my Haney” – πάντοτε απορούσα πως ήμουν ακόμη ερωτευμένος με μια κοπέλα που δεν ήξερε γρι ορθογραφία. Έπιασα την συσκευή και με τα δύο χέρια κι έβαλα το πρώτο βίντεο να παίζει. “…μμμ…ναι…έτσι μωρό μου! Δώστο μου…”, “ΜΜΜ” έκανε αυτός, “ΜΜΜ”.

Πετάχτηκα από το κρεβάτι, έκλεισα τα πατζούρια κι άναψα τα μικρά κεράκια στο πάτωμα. Ύστερα ξάπλωσα ξανά.  Το βίντεο είχε ημερομηνία μία ημέρα πριν. Τοποθέτησα την συσκευή ανάμεσα από τα μπούτια μου και το έβαλα να παίζει από την αρχή. “το θέλεις κι από την πίσω πόρτα…; ε…; το θέλεις μανάρι μου;”, “ΜΜΜ… ΜΜΜΜΜ”, της απάντησε εκείνος. Το Μαράκι την προηγούμενη ημέρα είχε δώσει το έντερο της, όμως σ εμένα αρνήθηκε έστω ένα φιλί! Εν πάση περίπτωση, έφτασα γρήγορα. Σχεδόν κρατήθηκα για να μην συμβεί μέσα στο παντελόνι μου. Άνοιξα ξανά τα παράθυρα, κοίταξα λίγο έξω, και κατέβηκα κάτω.

Κάθισα στο πλατύσκαλο της αυλής της κι έβγαλα ένα τσιγάρο. Αυτό το τσιγάρο το περίμενα σχεδόν μια ολόκληρη ζωή. Τώρα που το έκανα σκεφτόμουν πως δεν ήταν και κακό. Στους δρόμους δεν κουνιόταν πλέον φύλλο. Είχε μια αποπνικτική ηρεμία. Στάχτες έπεφταν από παντού και είχε αρχίσει να κάνει ζέστη. Πολύ ζέστη. Επιτέλους έβγαινα στον δρόμο και δεν υπήρχε κανείς. Μήτε άνθρωπος μήτε ψυχή. Μόνον φαντάσματα. Ποτέ δεν ένιωθα καλά με τους ανθρώπους. Ούτε κι αυτοί με ‘μένα. Έτσι ξεφύσηξα μια καλή ρουφηξιά πίσσας στον αέρα: Πουφ.

Η ιστορία έλεγε πως όταν ο πρώτος άνθρωπος πέθανε, πάνω από το σώμα του μαζεύτηκαν ένα κάρο τύποι και τον τσεκάρανε για ώρες. Κάποιοι είπαν πως αυτός πάει, πέθανε, δεν θα σταθεί ξανά στα πόδια του. Κι αυτοί ήτανε οι πρώτοι φιλόσοφοι και η άποψη τους δημιούργησε η πρώτη υλιστική θεωρία που ακούστηκε ποτέ. Όμως, κάποιοι άλλοι το σκέφτηκαν καλύτερα το θέμα και είπανε στους δίπλανούς τους πως το μόνο που έλειπε από την πιότερη μορφή του ήταν η ανάσα. Πως δηλαδή, αυτή έφυγε μόνη της και πάει, ζει σε κάποιο άλλο μέρος, ίσως κάτω από έναν άλλο ήλιο. Κι εκείνοι, όπως τώρα έλεγαν, ήτανε πρώτοι φιλόσοφοι κι αυτοί. Και την ημέρα εκείνη φτιάξανε τον ιδεαλισμό. Και πως γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, η λέξη “πνεύμα” έχει ρίζα της την λέξη “αναπνοή”. Θέλω να πω, όπως αυτοί οι κύριοι λέγανε, αυτή η μορφή μας δεν είναι παρά μόνον προσωρινή. Κι όταν θα πεθάνουμε δεν θα χαθούμε για πάντα, αλλά θα ταξιδέψουμε σε έναν άλλο κόσμο ή κάποιον μακρύτερο γαλαξία. Σιγά-σιγά, όμοια με τον τρόπο που η ανάσα μας πετάει στον αέρα, σαν ένα μεταξωτό μαντήλι που το άφησε από ψηλά το χέρι του Θεού να αρμενίζει.

Από το παραδίπλα σπίτι ακούστηκε ξαφνικά ένας μεγάλος γδούπος. Όπως το σκυρόδεμα απ’ τις κολόνες που κόβεται συθέμελα όλο μαζί και ταυτοχρόνως. Ύστερα έγινε ακόμη μεγαλύτερος πάταγος και το κτήριο γκρεμίστηκε ολάκερο, όμορφο και ντελικάτο, φτιαγμένο σαν από λεπτή δαντέλα. Από τα χαλάσματα εκτινάχτηκε  μια φωνή, “ΟΧΙ ΡΕ ΠΟΥΣΤΗ ΜΟΥ!”, και μετά τίποτα άλλο δεν ακούστηκε.

Έσβησα το τσιγάρο στην σόλα των παπουτσιών μου και ακούμπησα το μάγουλο στην παλάμη μου. Μάλλον έτσι τελειώνει ο κόσμος, σκέφτηκα.  Όχι μ’ ένα πάταγο. Όχι μ’ ένα λυγμό. Αλλά μ’ ένα όχι ρε πούστη μου.

Παλιοζωή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *